COVID-19 στην Ελλάδα: το προβάδισμα που χάθηκε

Μια σύντομη ανάγνωση των στοιχείων για την πανδημία COVID-19 στην Ελλάδα, έως την 1η Ιουλίου 2022.

Στις 26 Φεβρουαρίου 2020 καταγράφηκε το πρώτο επιβεβαιωμένο κρούσμα COVID-19 στην Ελλάδα. Λίγες ημέρες αργότερα, η πανδημία έγινε η μεγάλη δοκιμασία για τη δημόσια υγεία και το σύστημα περίθαλψης της χώρας.

Στο πρώτο κύμα η Ελλάδα είχε ένα πλεονέκτημα που λίγες ευρωπαϊκές χώρες είχαν: σχεδόν δεν χτυπήθηκε. Στην αρχή του δεύτερου κύματος, την 1η Οκτωβρίου 2020, είχε μόλις 38 καταγεγραμμένους θανάτους COVID ανά εκατομμύριο κατοίκους — λιγότερους από κάθε χώρα της σύγκρισης. Η Σουηδία είχε τότε 584, η Ιταλία 594, η Γαλλία 487 και η Ολλανδία 375.

Αυτό δεν ήταν απλώς μια καλή αρχή. Ήταν χρόνος: περίπου επτά μήνες περιθωρίου, με ελάχιστους νεκρούς και κρούσματα, για να προετοιμαστεί καλύτερα η χώρα για όσα θα ακολουθούσαν.

Δεν τα κατάφερε.

Καταγεγραμμένοι θάνατοι COVID ανά εκατομμύριο κατοίκους, Ελλάδα και χώρες σύγκρισης, 2020-2022

Στο γράφημα φαίνεται καθαρά η αντιστροφή: η ελληνική καμπύλη ξεκινά χαμηλότερα από κάθε άλλη και μένει εκεί μέχρι το δεύτερο κύμα, ύστερα ανεβαίνει απότομα και περνάει πάνω από την Ιταλία και τη Γαλλία. Το προβάδισμα δεν απλώς χάθηκε, αντιστράφηκε.

Λίγο πριν από την πανδημία είχε προηγηθεί μια κρίσιμη θεσμική αλλαγή στη δημόσια υγεία. Τον Μάρτιο του 2019 το ΚΕΕΛΠΝΟ καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον ΕΟΔΥ. Η επίσημη αιτιολόγηση της τότε μεταρρύθμισης μιλούσε για πολυνομία και για απουσία Εσωτερικού Κανονισμού, προβλήματα που δυσκόλευαν τη λειτουργία του παλιού οργανισμού. Η αλλαγή δεν σήμαινε ότι η χώρα έμεινε χωρίς αρμόδιο φορέα —ο ΕΟΔΥ ήταν ο διάδοχός του— αλλά ότι μπήκε στην πανδημία μόλις έναν χρόνο μετά από μια μεγάλη αναδιάρθρωση. Το ΚΕΕΛΠΝΟ είχε ήδη βρεθεί στο επίκεντρο σοβαρής δημόσιας και πολιτικής κριτικής για τη διαχείρισή του. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η θεσμική μετάβαση προκάλεσε την αποτυχία της πανδημικής διαχείρισης· είναι όμως αναγκαίο μέρος του διοικητικού πλαισίου μέσα στο οποίο αυτή έγινε. Η νομοθετική αλλαγή και η κοινοβουλευτική αναφορά στις υποθέσεις του ΚΕΕΛΠΝΟ δείχνουν το μέγεθος της θεσμικής εκκρεμότητας που προϋπήρχε.

Μέχρι την 1η Ιουλίου 2022 η Ελλάδα είχε φτάσει τους 2.902 καταγεγραμμένους θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκους. Είχε πλέον ξεπεράσει τη Γαλλία (2.241), την Ιταλία (2.786), το Βέλγιο (2.754), τη Σουηδία (1.894), την Ιρλανδία (1.519) και την Ολλανδία (1.306) — χώρες που στο ξεκίνημα του δεύτερου κύματος είχαν από δέκα έως είκοσι τρεις φορές περισσότερους νεκρούς από την Ελλάδα. Οι ελληνικοί θάνατοι ανά κάτοικο πολλαπλασιάστηκαν επί 77 σε είκοσι έναν μήνες. Στις περισσότερες από αυτές τις χώρες ο πολλαπλασιασμός ήταν μόλις επί 3 έως 5.

Η σύγκριση με τη Σουηδία είναι ιδιαίτερα άβολη. Η Σουηδία δεν επέβαλε γενικό lockdown αντίστοιχο με τα ελληνικά, όμως στο τέλος της περιόδου είχε περίπου το 65% των ελληνικών θανάτων ανά κάτοικο. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα lockdown ήταν άχρηστα: οι δύο χώρες διαφέρουν σε ηλικιακή σύνθεση, δομή νοικοκυριών, φροντίδα ηλικιωμένων και σύστημα υγείας. Δείχνει όμως κάτι πιο περιορισμένο και πιο στέρεο: η αυστηρότητα των περιορισμών, από μόνη της, δεν είναι πανάκεια.

Ο εμβολιασμός επίσης δεν αρκεί ως εξήγηση. Η Ελλάδα είχε πλήρη εμβολιαστική κάλυψη 88% στους άνω των 60 ετών, σχεδόν ίδια με της Γαλλίας (90%). Μετά την έναρξη της ουσιαστικής εμβολιαστικής κάλυψης, όμως, έχασε 1.683 ανθρώπους ανά εκατομμύριο, έναντι 553 στη Γαλλία. Στο κύμα Δέλτα, με κάλυψη των 60+ μόλις τέσσερις μονάδες χαμηλότερη από τη γαλλική, η Ελλάδα είχε πάνω από τετραπλάσιους θανάτους ανά εκατομμύριο. Στο κύμα Όμικρον είχε σχεδόν ίδιους θανάτους με την Κροατία, παρότι η αναμνηστική κάλυψη των 60+ ήταν τριάντα μονάδες υψηλότερη.

Το πιο ανησυχητικό εύρημα βρίσκεται στο σύστημα περίθαλψης. Στα διαθέσιμα στοιχεία η Ελλάδα εμφανίζει τη χαμηλότερη αναλογία νοσηλευτικού προσωπικού στο δείγμα: 338 νοσηλευτές ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 1.134 στη Γαλλία. Είχε, επίσης, υψηλότερο ποσοστό θανάτων μεταξύ των νοσηλευομένων με COVID (17,7%, έναντι 11,7% στη Γαλλία), ενώ πολύ μικρότερο ποσοστό ασθενών έφτανε σε ΜΕΘ. Οι συγκρίσεις των κλινών ΜΕΘ έχουν σοβαρούς περιορισμούς, επειδή κάθε χώρα δηλώνει διαφορετικά τι θεωρεί «κλίνη ΜΕΘ». Η διαφορά στο προσωπικό, όμως, είναι σαφής και συμβαδίζει με την εικόνα των νοσηλειών και των θανάτων.

Ούτε η εξήγηση «η Ελλάδα απλώς κατέγραφε αλλιώς τους θανάτους» στέκει. Η υπερβάλλουσα θνησιμότητα —οι επιπλέον θάνατοι από όλους τους λόγους σε σχέση με το αναμενόμενο επίπεδο— δείχνει το αντίθετο: στην περίοδο μετά τον εμβολιασμό η Ελλάδα είχε 2.233 επιπλέον θανάτους ανά εκατομμύριο, έναντι 426 στη Γαλλία. Δηλαδή η διαφορά δεν μικραίνει όταν αφήσουμε έξω τους εθνικούς ορισμούς του «θανάτου από COVID»· μεγαλώνει.

Τα στοιχεία δεν μπορούν να αποδείξουν από μόνα τους μία και μοναδική αιτία. Η ηλικιακή σύνθεση, οι περιφερειακές ανισότητες στην εμβολιαστική κάλυψη, ο χρόνος των αναμνηστικών δόσεων, οι παραλλαγές και η συμπεριφορά του πληθυσμού έπαιξαν ρόλο. Στην ίδια συζήτηση πρέπει να μπουν και οι πολιτικές προστασίας και οι δημόσιες οδηγίες: αν ήταν έγκαιρες, σαφείς και εφαρμόσιμες, και αν προστάτευαν ουσιαστικά τους εργαζομένους και τους ευάλωτους. Πιθανό αίτιο ήταν επίσης ο συνωστισμός στα μέσα μαζικής μεταφοράς, απέναντι στον οποίο τα μέτρα ήταν πρακτικά ανύπαρκτα. Η παρούσα σύγκριση δεν διαθέτει δεδομένα για να μετρήσει τη συμβολή κάθε παράγοντα. Μπορεί όμως να αποκλείσει μερικές εύκολες δικαιολογίες. Η Ελλάδα δεν βρέθηκε σε αυτή τη θέση επειδή ξεκίνησε με μεγαλύτερο πρόβλημα, επειδή οι πολίτες της εμβολιάστηκαν συλλήβδην λιγότερο από τους Γάλλους, ή επειδή καταμέτρησε υπερβολικά τους νεκρούς.

Το συμπέρασμα είναι δυσάρεστο, αλλά απλό: η χώρα ξεκίνησε με ένα εξαιρετικό προβάδισμα και το σπατάλησε. Όταν ήρθαν τα βαριά κύματα, η προστασία των πιο ευάλωτων και η ικανότητα του συστήματος υγείας να φροντίσει τους ασθενείς δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Η υποστελέχωση δεν είναι μια αφηρημένη διοικητική αδυναμία· σε μια πανδημία μεταφράζεται σε ανθρώπινες ζωές.

Οι αριθμοί, τα γραφήματα, η μεθοδολογία και οι πηγές βρίσκονται στην αναλυτική τεκμηρίωση: COVID-19 στην Ελλάδα: σύγκριση με άλλες χώρες .