Η λέξη μπάνιο, με τη σημερινή σημασία του χώρου ή δωματίου όπου πλενόμαστε, έχει μια ενδιαφέρουσα ετυμολογική διαδρομή.
Θεωρείται αντιδάνειο: στα νέα ελληνικά ήρθε από το ιταλικό bagno, το οποίο ανάγεται στο λατινικό balneum. Η λατινική λέξη, με τη σειρά της, προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό βαλανεῖον, που σήμαινε τον χώρο των λουτρών.
Το βαλανεῖον φαίνεται να σχετίζεται με το βαλανεύς, δηλαδή τον άνθρωπο του λουτρού, τον λουτράρη ή λουτροκόμο. Η ετυμολογία του όμως δεν είναι απολύτως ασφαλής. Έχει προταθεί σύνδεση με τη βάλανο, αλλά η σχέση αυτή παραμένει αμφισβητούμενη.
Στα αρχαία ελληνικά η βάλανος σήμαινε αρχικά το βελανίδι, δηλαδή τον καρπό της δρυός. Από εκεί η λέξη χρησιμοποιήθηκε και για τη δρυ, αλλά και μεταφορικά για πράγματα με παρόμοιο σχήμα, όπως η βάλανος του πέους, μεταλλικοί πείροι ή σύρτες, και άλλα σχετικά αντικείμενα.
Αν λοιπόν ισχύει η σύνδεση του βαλανείου με τον βαλανέα, και του βαλανέα με τη βάλανο, τότε υπάρχει το ενδιαφέρον ενδεχόμενο η λέξη μπάνιο, ύστερα από μια μακρά γλωσσική διαδρομή, να ανάγεται τελικά σε μια λέξη που αρχικά σήμαινε βελανίδι.